ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ

 

Αμβρόσιος Λενής (1978 - 2019)

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρώην Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας κ. Ἀμβρόσιος (κατά κόσμον Ἀθανάσιος Λενῆς) γεννήθηκε στις 22 Ἰουλίου 1938 στην πόλη τῶν Αθηνών. Είναι το πρώτο τέκνο τοῦ Γεωργίου και της Νικολίτσας Λενῆ. Μετά τον Αθανάσιο γεννήθηκε ἡ Αγγελική. Στην πόλη τῶν Πατρών πού εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς παρακολούθησε και περάτωσε την στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση.
Το Φθινόπωρο τοῦ 1956 κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων εγγράφεται στην Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της τετραετοῦς φοίτησής του, εργαζόμενος εξοικονομούσε τα προσωπικά του ἔξοδα, χωρίς να επιβαρύνει το ήδη χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, ασχολούμενος ταυτόχρονα με Ιεραποστολικές δράσεις όπως χριστιανικές ομάδες και κατηχητικά.
Το ἔτος 1959 λαβών την εκ Θεοῦ κλήση και αξιοποιώντας την προσωπική κλίση αφοσιώνεται στην πίστη και καθίσταται ιδρυτικό μέλος της μοναχικής αδελφότητας «Η Παναγία η Χρυσοπηγή» ἡ οποία αργότερα αναγνωρίζεται ὡς Συνοδική και Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή, ὑπό τον γέροντα Καλλίνικο Καροῦσο, πρώην Μητροπολίτη Πειραιώς και με τον Χρήστο Παρασκευαϊδη, τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κυρό Χριστόδουλο.
Στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα, στις 25 Απριλίου 1961 κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Αμβρόσιος, και στις 31 Μαΐου τοῦ ιδίου ἔτους χειροτονείται Διάκονος από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιο.
Τό ἔτος 1962 επανέρχεται στην Αθήνα και στις 17 Ιουλίου 1963 χειροτονείται Πρεσβύτερος και λαμβάνει το οφίκιο τοῦ Αρχιμανδρίτη από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο στην Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας Αχαΐας. Από το 1963 ὡς και το 1967 ὑπηρετεῖ ὡς Εφημέριος και Ιεροκήρυκας στις Ενορίες Αγίων Αναργύρων στο Μαρούσι και Αγίου Γεωργίου στο Ψυχικό. Αποσπασμένος για ἕνα εξάμηνο, ὑπηρέτησε τις ενορίες Ξινού Νερού, Ροδώνα και Φανού της Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φλωρίνης στο πλαίσιο επάνδρωσης τῶν παραμεθόριων περιοχών.
Στη συνέχεια και επί μία δεκαετία ὑπηρετεῖ ὡς Πρεσβύτερος στο Σώμα της τότε Βασιλικής Χωροφυλακής, ὡς Ιεροκήρυκας τοῦ Σώματος. Κατά την διάρκεια της προσφοράς του στη θέση αὐτή, ὁ Μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος κυρός Σεραφείμ τον καλεῖ να προσφέρει τις ὑπηρεσίες του ὡς Γραμματεύς - Πρακτικογράφος της Ἱερᾶς Συνόδου.
Στις 13 Αυγούστου 1976 εκλέγεται παμψηφεί Τιτουλάριος Μητροπολίτης Ταλαντίου και στις 17 τοῦ ιδίου μήνα, στον Προφήτη Ηλία Παγκρατίου, χειροτονείται από τον Μακαριστό Σεραφείμ, αναλαμβάνοντας από τότε την θέση τοῦ Αρχιγραμματέα της Ἱερᾶς Συνόδου, στην οποία διακρίθηκε διασώζοντας από βέβαιη καταστροφή το Ιστορικό Αρχείο της Συνόδου.

Στις 12 Οκτωβρίου 1978 εκλέγεται Μητροπολίτης Καλαβρύτων & Αιγιαλείας, στις 19 Νοεμβρίου ενθρονίζεται στο Αἴγιο και μία εβδομάδα μετά (στις 25 Νοεμβρίου) στα Καλάβρυτα. Από τότε ὑπηρέτησε 41 ευλογημένα έτη και προσέφερε θυσιαστικῶς τον εαυτό του στο εὐσεβές πλήρωμα τῆς Μητροπόλεώς μας, ἔχοντας αναδειχθεί ακούραστος εργάτης και Ποιμένας της Ποίμνης τοῦ Κυρίου.

 

Γεώργιος Πάτσης (1956 – 1978)

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Γεώργιος Πάτσης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 16 Φεβρουαρίου 1903. Ο πατέρας του Κυριάκος καταγόταν από την Ύδρα και η μητέρα του Μαρία, το γένος Ανδρονίκου, από τα Κύθηρα.

Ολοκλήρωσε τη μαθητεία του στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, με την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο του Πειραιώς το 1920. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών απ’ όπου έλαβε πτυχίο το 1924. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε Καθηγητής των Θρησκευτικών Μαθημάτων στο Γυμνάσιο της Αίγινας. Το 1929 μετατέθηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πειραιώς όπου δίδαξε μέχρι το 1943.

Την 31η Μαΐου του έτους 1936 με εντολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Α΄ Παπαδοπούλου χειροτονήθηκε Διάκονος και αμέσως μετά κατά την ίδια ημέρα Πρεσβύτερος, από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Χριστουπόλεως Ιάκωβο.

Τοποθετήθηκε στη συνέχεια ως Ιερατικός Προϊστάμενος και Ιεροκήρυκας στον Ενοριακό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Πειραιώς.

Συνδέθηκε με πνευματική φιλία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό Παπανδρέου, όταν εκείνος περιορίστηκε εξόριστος και φρουρούμενος από το 1938 έως το 1941 στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος.

Μετά την εναπόδειξη του Δαμασκηνού Παπανδρέου ως Αρχιεπισκόπου και την επάνοδό του στο Θρόνο των Αθηνών, ο Γεώργιος Πάτσης χειροτονήθηκε στις 18 Απριλίου 1943 στον Καθεδρικό Ναό της Πρωτευούσης Επίσκοπος με τον Τίτλο τού Σταυρουπόλεως, από τον ίδιο τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος και την Ιερά Σύνοδο.

Ορίστηκε στη συνέχεια ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στη γενέτειρά του, τον Πειραιά. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του διακόνησε με ζέση και αυταπάρνηση τον πειραϊκό λαό που δοκιμαζόταν κατά τη διάρκεια της Κατοχής από το λιμό και τους συνεχείς εναέριους βομβαρδισμούς του λιμανιού και της πόλεως.

Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο διορίστηκε Γενικός Επιθεωρητής του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης, φορέα που είχε συστήσει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με παραρτήματα σε πολλά μέρη της Ελλάδος και με αρμοδιότητα τη μέριμνα για την εξεύρεση και την προώθηση τροφίμων στους δεινοπαθούντες Έλληνες.

Την 20η Ιουνίου 1952 εξελέγη Μητροπολίτης Θήρας.

Στις 8 Νοεμβρίου 1956 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, όπου διαδέχθηκε τον από της 24ης Αυγούστου ιδίου έτους κοιμηθέντα Αγαθόνικο Παπασταματίου. Κατά την Ενθρόνιση του Γεωργίου στο Αίγιο που έγινε την Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 1956, ο Θεολόγος  Καθηγητής Λυκειάρχης Σωτήριος Ιω. Μεντζελόπουλος, κατοπινός φίλος και συνεργάτης του Μακαριστού, τον υποδέχτηκε, πρώτος αυτός, εκ μέρους της τοπικής Εκκλησίας και του Δήμου, με την προσφώνηση Πανηγυρικού Λόγου.

Κατά το πρώτο έτος της Ποιμαντορίας του ο Γεώργιος διέμεινε στην επί της οδού Μητροπόλεως και Αράτου οικία Αρβανίτη, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών της επανοικοδομήσεως τού επί της Μελετοπούλων Μητροπολιτικού Μεγάρου, η νέα διαμόρφωση του οποίου είχε ξεκινήσει από τον αείμνηστο προκάτοχό του Αγαθόνικο.

Ίδρυσε νέες Ενορίες και μερίμνησε για την ανέγερση σε αυτές Ιερών Ναών, όπως των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και Αγίας Θεομήτορος Άννης στον Προσφυγικό Συνοικισμό Αιγίου, του Αγίου Αλεξίου στα Σταφιδάλωνα Αιγίου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Καλλιθέα Αιγίου και της Αγίας Μαρίνης στο προάστιο του Αιγίου Μυρτιά.

Ποίμανε με γνώμονα τις αρετές τού χαρακτήρα του, την πραότητα, τη σύνεση, τον ένθερμο ζήλο και την καλοσύνη αλλά και τις διοικητικές αρετές που διέθετε, τις οποίες έθεσε στην αναδιοργάνωση όλων των Ιστορικών Μονών των δύο Θεοσώστων Επαρχιών της Ιεράς Μητροπόλεως.

Συνέβαλε στην αναδιοργάνωση του τότε Γηροκομείου – Ασύλου Ανιάτων Αιγίου (σήμερα, Κέντρο Αποκαταστάσεως Χρονίων Παθήσεων) χάρη στην οικονομική ενίσχυση που πέτυχε εκ μέρους της Κυβερνήσεως, με την προσθήκη δύο νέων πτερύγων στο υπάρχον κτήριο.

Κατά τη διάρκεια της Ποιμαντορίας του χρημάτισε πολλάκις ως Συνοδικός και Μέλος των Εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ενώ κατά τα έτη 1962 και 1963 διορίστηκε Αντιπρόεδρος αυτής. Κατά τα έτη 1959 και 1960 χρημάτισε ως διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Κατά τη μεταβατική περίοδο της Μεταπολιτεύσεως διορίστηκε, ως ο παλαιότερος κατά ιεραρχία Μητροπολίτης, Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου των Αθηνών.

Ο Μακαριστός Γεώργιος Πάτσης τιμήθηκε από την Εκκλησία και την Πολιτεία με πολλές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Παράσημο του Παναγίου Τάφου, ο Ταξιάρχης του Φοίνικος, το Μετάλλιο των Εξαιρέτων Πράξεων και του Ερυθρού Σταυρού.

Στις 23 Απριλίου 1978 (ημερομηνία της ονομαστικής του εορτής που ωστόσο για το έτος εκείνο συνέπεσε με την Κυριακή των Βαΐων) νωρίς το πρωί κι ενώ ετοιμαζόταν να μεταβεί στον Μητροπολιτικό Ναό της Φανερωμένης Αιγίου για να χοροστατήσει στη Θεία Λειτουργία, εκοιμήθη από αιφνίδιο ανεύρυσμα της αορτής.

Την προηγούμενη Κυριακή 16 Απριλίου, κατά τον τελευταίο Κατανυκτικό Εσπερινό του έτους εκείνου που έλαβε χώρα στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας Τρυπητής, ο Γεώργιος Πάτσης ανέσυρε από το δικό του τράχηλο το Αρχιερατικό του Εγκόλπιο, το οποίο στη συνέχεια εναπέθεσε στον τράχηλο του προσκαλεσμένου επισήμου ομιλητού της Ακολουθίας Θεοφιλεστάτου Αμβροσίου Λενή (τότε Τιτουλαρίου Μητροπολίτου της Πάλαι Ποτέ Διαλαμψάσης Επισκοπής Ταλαντίου) προχειρίζοντάς τον με τη θαυμαστή, διορατική και μεταφυσική αυτή ενέργεια ως τον άξιο διάδοχό του.

 

Αγαθόνικος Παπασταματίου (1945-1956)

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αγαθόνικος (κατά κόσμον Ανδρέας) υπήρξε υιός του ιερέως Κωνσταντίνου Παπασταματίου και της πρεσβυτέρας Μαρίας, το γένος Λαλιώτη. Γεννήθηκε στο ημιορεινό χωριό της Αχαΐας Αράχωβα (σημερινή Κρήνη) το έτος 1898.

Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στην Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγίου και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τη μαθητεία του στη Θύραθεν Παιδεία στο τότε Γυμνάσιο Αιγίου.

Το 1922 έλαβε το Πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1923 ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ.  

Εκάρη Μοναχός στις 24 Δεκεμβρίου 1922.

Υπηρέτησε επί βραχύ χρονικό διάστημα ως Καθηγητής των Θεολογικών Μαθημάτων στο Γυμνάσιο Αιγίου.

Την 1η Ιανουαρίου 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και την 26η Μαρτίου 1926 Πρεσβύτερος, από το Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Τιμόθεο Αναστασίου.

Κατά το έτος 1927 αρχικώς υπηρέτησε υπό τον Τιμόθεο ως Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Προς τα τέλη του ιδίου έτους μετέβη στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου παρέμεινε επί μία δεκαετία με σκοπό την ολοκλήρωση των Μεταπτυχιακών του Σπουδών. Υπηρέτησε ως Εφημέριος και ως Καθηγητής σε ενορίες και σχολεία του Τορόντο και της Βοστώνης, αντιστοίχως.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το έτος 1937, υπηρέτησε υπό τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό Παπανδρέου ως Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Κορίνθου, θέση από την οποία παραιτήθηκε αμέσως μετά την ακύρωση κατά την 3η Δεκεμβρίου 1937 της Εκλογής του Δαμασκηνού ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Μετά την αποκατάσταση του Δαμασκηνού στον Θρόνο των Αθηνών την 5η Ιουλίου 1941, ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο οποίος έχαιρε της εκτιμήσεως και της πνευματικής σκέπης του αειμνήστου εκείνου Ιεράρχου, εξελέγη την 29η Οκτωβρίου 1941 ως Τιτουλάριος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως και ως Βοηθός του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού.

Την 5η Δεκεμβρίου 1942 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος, όπου ως Ποιμενάρχης αφήκε τις πλέον αγαθές αναμνήσεις λόγω της έως αυταπαρνήσεως αφοσιώσεώς του στο φιλόχριστο Ποίμνιό του κατά τη σκληρή περίοδο της Κατοχής.

Την 13η Οκτωβρίου 1945 μετατέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας όπου εργάστηκε με πρωτοβουλία και έμπνευση κατά τα πρώτα, πολύ δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Πρωτοστάτησε στην προσπάθεια για την επιβίωση των διασωθέντων από το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα και ιδιαιτέρως για την εύρεση στέγης, τροφής και των απαιτουμένων αγαθών για τη μόρφωση και την αποκατάσταση των ορφανών παίδων και των νέων. Καρπός της πατρικής του φροντίδας υπήρξε η δημιουργία του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Καλαβρύτων. Συμπαραστάτη στην ανύσταχτη ανθρωπιστική δραστηριοποίησή του την εποχή εκείνη στην περιοχή των Καλαβρύτων είχε τον Ιεροδιδάσκαλο Παναγιώτη Βασ. Παπαδημητρόπουλο (1900 – 1980) με καταγωγή από το Πλανητέρο. Φρόντισε για τη μόρφωση του έγγαμου Εφημεριακού Κλήρου, για την περαιτέρω ίδρυση και τη σωστή λειτουργία Κατηχητικών Σχολείων καθώς επίσης και για την επάνδρωση και αναδιοργάνωση των Ιερών Μονών. Φρόντισε επίσης για την ενίσχυση του Φιλανθρωπικού Συλλόγου Κυριών Αιγίου «Ο Καλός Σαμαρείτης», που είχε ιδρύσει το 1914 ο προκάτοχός του, Μακαριστός Μητροπολίτης Τιμόθεος Αναστασίου.

Δραστηριοποιήθηκε για τη συνέχιση των εργασιών της αποπερατώσεως του Μητροπολιτικού Μεγάρου επί της οδού Μελετοπούλων στο Αίγιο, τις οποίες είχε ξεκινήσει το 1944 ο προκάτοχός του Θεόκλητος και ολοκλήρωσε το 1957 ο διάδοχός του Γεώργιος Πάτσης.

Άριστος γνώστης της Αγγλικής Γλώσσας ο Μακαριστός Αγαθόνικος, υπήρξε Ιεράρχης με βαθιά εκκλησιαστική και θεολογική μόρφωση την οποία εξέφραζε και με τη συχνή συγγραφή βιβλίων και πονημάτων. Επιλογή εκ των Συγγραμμάτων του Μακαριστού Μητροπολίτου, έχει ως ακολούθως: «Συμβολή εις την Κατηχητικήν» Αθήναι, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1949 – «Η Θεία Λειτουργία του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου από χειρόγραφον του 15ου αιώνος», Αθήναι 1950 (δίχως αναγραφή Εκδοτικού Οίκου) – «Τα πρώτα βήματα στο δρόμο του Θεού / διασκευή εκ του Αγγλικού», Αθήναι 1951 (δίχως αναγραφή Εκδοτικού Οίκου) – «Το Χρονικόν της ιδρύσεως του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Καλαβρύτων», Αθήναι, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1956.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της φωτισμένης Ποιμαντορίας του Αγαθονίκου, διακεκριμένες προσωπικότητες των Κοινοτήτων των Ομογενών Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Καναδά δεν έπαψαν να ενισχύουν οικονομικώς και να συνδράμουν το πνευματικό και υλικό έργο του Μακαριστού εκείνου Ποιμενάρχου, όπως για παράδειγμα η εξ’ ολοκλήρου κάλυψη της δαπάνης για την ανέγερση του Παρεκκλησίου στον αύλειο χώρο ανάμεσα στο Επισκοπικό Μέγαρο και το Εκκλησιαστικό Μουσείο που είναι αφιερωμένο στο Γεννέσιο της Θεοτόκου, το επονομαζόμενο «Εκκλησάκι».    

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για το δημιούργημά του αυτό, το «Εκκλησάκι». Όταν στις 24 Αυγούστου 1956 εκοιμήθη προσβεβλημένος από την παραλυτική ασθένεια του Πάρκινσον, ενταφιάστηκε κατά την επιθυμία του στον εξωτερικό ανατολικό χώρο του Παρεκκλησίου, πλησίον της Κόγχης του Αγίου Βήματος.    

  

 

Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος (1931 – 1944)

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, μετέπειτα Πατρών και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος -κατά κόσμον Παναγιώτης- εγεννήθη στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το έτος 1889 ή κατ’ άλλους, το έτος 1890.

Διδάχτηκε τα Εγκύκλια μαθήματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Στη συνέχεια ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απ’ όπου αποφοίτησε τον Οκτώβριο του 1910.

Από τη νεαρή του ηλικία συνδέθηκε με πνευματική φιλία με τον συμπατριώτη του, τον εκ Δημητσάνης μετέπειτα Μητροπολίτη Φθιώτιδος (από το 1914 έως το 1932) Ιάκωβο Παπαϊωάννου.

Ο Μακαριστός Θεόκλητος αρχικώς εκάρη Μοναχός. Το Σεπτέμβριο του 1914 εχειροτονήθη εις Διάκονον υπό του Φθιώτιδος Ιακώβου και την 8η Σεπτεμβρίου 1917 εις Πρεσβύτερον υπό του ιδίου Μητροπολίτου, στην Ιερά Μονή Δαμάστας.

Κατά τα πρώτα έξι έτη του Ιερατικού του Σταδίου, παράλληλα με τα Εφημεριακά καθήκοντά του, διετέλεσε πλησίον του Ιακώβου Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.

Από τις 21 Ιουλίου 1923 υπηρέτησε ως Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1924, ημέρα κατά την οποία χειροτονήθηκε εις Τιτουλάριο Επίσκοπο της Πάλαι Ποτέ Διαλαμψάσης Επισκοπής Σταυρουπόλεως ενώ διορίστηκε Βοηθός Επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών αλλά και Βοηθός παρά τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο.

Την ίδια ημέρα (την 12η Φεβρουαρίου 1931) κατά την οποία ετέθη σε ισχύ η παραίτησις του Τιμοθέου Αναστασίου από το Θρόνο της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Μητροπολίτης κατεστάθη ο Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος. Το Μάρτιο του ιδίου έτους εγκαταστάθηκε στο Αίγιο και ανέλαβε τα καθήκοντά του.

Ο μακαριστός Θεόκλητος ποίμανε τη Θεόσωστο Επαρχία μας σε καιρούς από τους πλέον δυσχερείς. Υπήρξε «ο Μητροπολίτης της Κατοχής». Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατακτήσεως του τόπου, ο μακαριστός ανέπτυξε πατριωτική και ανθρωπιστική δράση, η οποία ευθύς αμέσως αναγνωρίστηκε από όλους, γι’ αυτό και έχαιρε κατά τους δυσχερείς εκείνους καιρούς ιδιαιτέρας υπολήψεως και σεβασμού. Χάρη στην παρέμβαση του Θεοκλήτου -παραμένει ιστορικώς τεκμηριωμένο- οι Γερμανοί δεν επανέλαβαν στην πόλη του Αιγίου, όπως αληθώς σχεδίαζαν, τις αιμοσταγείς φρικαλεότητες της Σφαγής των Καλαβρύτων της 13ης Δεκεμβρίου 1943.

Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα της Αρχιερατείας του, ο Θεόκλητος διέμεινε στο ισόγειο της οικίας του Ιωάννου Οικονομόπουλου επι της οδού Ρήγα Φεραίου, όπου στεγάζονταν η κατοικία και τα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως από την εποχή του προκατόχου του Τιμοθέου.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του μακαριστού αμέσως μετά την εγκατάστασή του στο Αίγιον, ήταν η αγορά τού επί των οδών Αιγιαλέως και Μελετοπούλων διπλής προσόψεως διωρόφου αρχοντικού, ιδιοκτησίας του Ανδρέου και της Αικατερίνης Τριανταφυλλοπούλου με καταγωγή από το Ζευγολατιό της Κορινθίας. Ο Θεόκλητος ανασκεύασε το οίκημα και το επεξέτεινε προς βορράν, με τη διαμόρφωση του άνω ορόφου σε Επισκοπική Κατοικία και του ισογείου σε Γραφεία. Στο οίκημα αυτό διέμεινε ο μακαριστός διακονούμενος από τον αείμνηστο Νικόλαο Ντρέκη, Πρωτοπρεσβύτερο και Προϊστάμενο του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας Τρυπητής και μετέπειτα του Μητροπολιτικού Ναού της Φανερωμένης, ο οποίος υπηρέτησε παρά τον Θεόκλητο ως Γραμματεύς της Μητροπόλεως και ως Αρχιερατικός Επίτροπος και από τον επίσης αείμνηστο Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Παπαζαφείρη, μετέπειτα Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας, ο οποίος υπηρέτησε κοντά στον Θεόκλητο ως Οικονόμος. Το 1982 ο Γέρων Μητροπολίτης πρώην Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος ανήγειρε στη θέση του οικήματος εκείνου σύγχρονο διώροφο κτήριο, το ισόγειο του οποίου φιλοξενεί την Αίθουσα του Θρόνου της Ιεράς Μητροπόλεως ενώ στον όροφο στεγάζεται το Εκκλησιαστικό Μουσείο Αιγίου.    

Το 1943 (ένα χρόνο πριν από την αναχώρησή του για την Πάτρα) ο μακαριστός Θεόκλητος αγόρασε τη γείτονα -επί της οδού Μελετοπούλων 44- διώροφο αρχοντική κατοικία με κτήτορα τον Ασημάκη Μελετόπουλο -τελευταίο γόνο της ομώνυμης ιστορικής οικογένειας του Αιγίου- και με ιδιοκτήτη εκ κληρονομίας κατά την εποχή εκείνη, τη Μαρία, χήρα Επαμεινώνδα Χαραλάμπη.

Η οικία αυτή ανακαινίστηκε από τους δύο επόμενους διαδόχους τού Θεοκλήτου, τον Αγαθόνικο και το Γεώργιο. Από το 1958 λειτουργεί ως Μητροπολιτικό Μέγαρο και ως επίσημος κατοικία του εκάστοτε Ποιμενάρχου.           

Στις 15 ή κατ’ άλλους στις 16 Νοεμβρίου 1944, ο Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος μετετέθη στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών την οποία ποίμανε θεοφιλώς μέχρι της αναρρήσεώς του στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών, την 7η Αυγούστου 1957.

Εκοιμήθη ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος στη Βαρυμπόμπη της Αττικής στις 8 Ιανουαρίου 1962.

Η Εξόδιος Ακολουθία τελέστηκε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Αθηνών την 11η Ιανουαρίου του ιδίου έτους. Ετάφη στο Πρώτο Κοιμητήριο Αθηνών.      

 

Τιμόθεος Αναστασίου (1912 – 1931)

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Τιμόθεος (κατά κόσμον Λέανδρος) Αναστασίου γεννήθηκε στον Πύργο Ακράτας Αιγιαλείας στις 26 Ιουλίου 1861.

Στα αρχεία της Ιεράς Μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας εμφανίζεται ως Αδελφός της Μονής αυτής κατά το έτος 1912.

Το έτος 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Επίσκοπο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Ευθύμιο Αλεξανδρόπουλο (1868 – 1899).

Το 1893 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο αμέσως κατόπιν ανακηρύχτηκε Διδάκτωρ.

Μαρτυρείται ότι κατά την παραμονή του στην Αθήνα την περίοδο εκείνη χρημάτισε ως διδάσκαλος των Βασιλοπαίδων στα Ανάκτορα.

Το έτος 1895 έλαβε το Βαθμό του Πρεσβυτέρου.

Στις 22 Μαΐου 1912 έλαβε τον Τρίτο Βαθμό της Ιερωσύνης και αμέσως μετά κατέλαβε τη θέση του εκλιπόντος από το 1911 προκατόχου του Χαρίτωνος Κανελλοπούλου, ως Επίσκοπος Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Κατ΄ εντολή της Κυβερνήσεως που σχηματίστηκε στις 13 Ιουνίου 1917 κηρύχθηκαν έκπτωτοι και απομακρύνθηκαν από τους Θρόνους τους όλοι οι Επίσκοποι των λεγομένων «Παλαιών Χωρών» που είχαν συμμετάσχει στο «Ανάθεμα», την αντιβενιζελική πορεία της 12ης Δεκεμβρίου 1916 που διοργάνωσε η τότε Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με επικεφαλής τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Α΄. Στις 12 Οκτωβρίου 1917 ο Τιμόθεος απομακρύνθηκε από την Επισκοπή Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, ένεκα της συμμετοχής του στο «Ανάθεμα».

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και την αλλαγή του Πολιτεύματος, η Εκκλησία της Ελλάδος συνέταξε νέο Καταστατικό, σύμφωνα με το οποίο οι έως τότε Επισκοπές των «Παλαιών Χωρών» ονομάστηκαν Μητροπόλεις και οι απομακρυσθέντες κατά το 1916 Επίσκοποι επανέρχονται στους Θρόνους τους, αλλά ως Μητροπολίτες. Στις 16 Νοεμβρίου 1920 ο Τιμόθεος Αναστασίου αποκαταστάθηκε με απόφαση της Πολιτείας και στις 2 Ιανουαρίου 1923 Μείζων Σύνοδος επικύρωσε την αποκατάστασή του, ως Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1931 παραιτήθηκε του Θρόνου. Σε πονημάτιο που συνέγραψε το ίδιο έτος υπό τον Τίτλο «Γράμμα παραινετικόν αποχαιρετιστήριον προς το Ποίμνιον αυτού», που εκδόθηκε στην Αθήνα από τις Εκδόσεις του Φοίνικος, εξηγεί πως για την παραίτησή του αιτία υπήρξε η κλονισμένη υγεία του.

Εκοιμήθη στις 30 Ιουλίου 1936.

Υπήρξε πολυγραφότατος. Συνοπτική επιλογή εκ των συγγραμμάτων του έχει ως ακολούθως: «Η αειπαρθενία της Θεοτόκου Μαρίας (Επί τη Εορτή των Χριστουγέννων)», Εν Αθήναις, 1922, Τύποις Αδελφών Ιω. Κουβέλου - «Η Ένωσις των Εκκλησιών και οι Μάρτυρες της αληθείας Κληρικοί των οκτώ πρώτων αιώνων», Αθήναι 1934, Τύποις Τριών Ιεραρχών» - «Η Κυριακή Προσευχή εις επικλήσεις χαράς εννέα», Εν Αθήναις 1909, εκ του Τυπογραφείου Αριστομένους
Διαλυσμά – «Ποιμαντικοί Λόγοι, πατριωτικά κηρύγματα, Επιστολαί και Εγκύκλιοι», Εν Αθήναις 1913, εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη - «Περιστατικά Ψυχολογήματα: Ηθογραφικαί εικόνες», Εν Αθήναις, 1926, Εκ του Τυπογραφείου των αδελφών Κούβελου. - «Το Κυριακόν: ερμηνευτικαί Μελέται και ηθικαί Ομιλίαι επί των Ευαγγελίων όλου του έτους και δώδεκα μεγάλων Εορτών», Εν Αθήναις, 1927, Εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη – «Οι διανοούμενοι Έλληνες και Ελληνίδες και το Ευαγγέλιον», 1935, (Δίχως αναγραφή Εκδοτικού Οίκου και τόπου εκδόσεως) - «Κατά του πολέμου, υπέρ της ειρήνης», Εν Αθήναις, 1916, Εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη.     

Ο Μακαριστός Τιμόθεος διήγε βίο ασκητικό, με απόλυτη προσήλωση στο Ποίμνιό του. Πέραν των πολλών συγγραμμάτων του, χάρη στη βαθιά θεολογική του κατάρτιση και το φυσικό χάρισμα που διέθετε, υπήρξε δεινότατος ομιλητής. Διασώζονται πλήθος αυτόγραφων χειρογράφων με σχεδιάσματα ομιλιών του.

Στο εύρος των δραστηριοτήτων του συγκαταλέγεται και η ίδρυσις το 1914 του Φιλανθρωπικού Συλλόγου Κυριών Αιγίου «Ο Καλός Σαμαρείτης», ανθρωπιστικός σύλλογος της πόλεως με αδιάκοπο και ανύσταχτο φιλανθρωπική δραστηριότητα και παρουσία από της ιδρύσεώς του συνεχώς, έως και σήμερα. Κατά το έτος της ιδρύσεώς του εκδόθηκε στο Αίγιο «Τύποις Ιωάννου Ζαγκλίφα» ολιγοσέλιδο φυλλάδιο με το Καταστατικό του Συλλόγου.  

Ο Μακαριστός Τιμόθεος αφήκε αναμνήσεις αγίου ανδρός. Υπήρξε φωτεινός πνευματικός σηματοδότης, ο άσβεστος φάρος και το ορόσημο για πολλούς εκ των κληρικών συνεργατών του παλαιότερων και νεότερων, που έτυχαν της ευλογίας να εργαστούν πλησίον του υπό τη σκέπη και την καθοδήγησή του. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Μακαριστός Πρωτοπρεσβύτερος, Διδάσκαλος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και Συγγραφεύς Παναγιώτης Παπαδόπουλος (1914 – 2003), Συνεφημέριος επί σειρά ετών στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Φανερωμένης Αιγίου. Ο Μακαριστός Πατήρ Παναγιώτης εμπνεόμενος από τον ενάρετο βίο του Αναστασίου συνέγραψε δύο Πονήματα, το «Ο αριθμός της ειρήνης», Αίγιο 1987 και το «Ο Μέγας Αρχιερεύς και τα Δώδεκα μεγάλα Στάδια της προαγωγής της Ψυχής», Αίγιο 1995.

Top